Αφού πέρασα τα σύνορα και τον τυπικό έλεγχο συνέχισα την πορεία προς το Sibiu.  Ο καιρός καλός με τα σύννεφα να αρχίζουν να μαζεύονται και αυτό αρχίζει αν με ανησυχεί σιγά σιγά. Δεν με ενοχλεί το νερό που τρώω όταν βρέχει διότι έχω τα αδιάβροχα, αλλά με ενοχλεί επειδή δεν μπορώ να απολαύσω τη διαδρομή όπως θα μπορούσα να την απολαύσω με λιακάδα.

Ο δρόμος δεν ήταν και τόσο καλός και σε κάποια σημεία γινόταν έργα με κάποια φανάρια να διαρκούν 3-4 λεπτά. Μια μικρή στάση για μια φωτογραφία, λίγο νερό να ξεδιψάσω, ανεφοδιασμό και συνέχεια για Sibiu.

Τα χιλιόμετρα που είχα να διανύσω μέχρι να φτάσω ήταν σχεδόν 320 με 4 ώρες περίπου οδήγηση.

Κατα τη διάρκεια της διαδρομής περνούσα απο κάποια μικρά όμορφα χωριουδάκια όπως το beius. Το Beiuş αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα μάθησης της ρουμανικής γλώσσας στη Δυτική Τρανσυλβανία.

Δεν έλειψαν όμως και κάποια χωριουδάκια χωρίς κάποιο ενδιαφέρον που απλά τα προσπερνούσες…

Λίγο αργότερα ξεκίνησα να ανεβάινω ένα βουνό που η ποιότητα του οδοστρώματος ήταν απλά ΧΑΛΙΑ! Λακούβες, μπαλώματα και πολλά άλλα σε μια διαδρομή 150 περίπου χιλιομέτρων. Νομίζω πως ήταν τα μόνα χιλιόμετρα τα οποία με κούρασαν σε όλο τα ταξίδι που έκανα.

Σε κάποιο σημείο συνάντησα και 2 μοτοσυκλετιστές οπότε αυτό μου ανέβασε κάπως την ψυχολογία και συνέχισα με άλλο αέρα 😁

Αφού ανέβηκα το βουνό… έπρεπε να το κατέβω όπως είναι φυσιολογικό. Μία ακόμη όμορφη πόλη απο όπου πέρασα ήταν το Brad. Eίναι μια πόλη στην επαρχία Hunedoara στην περιοχή της Τρανσυλβανίας της Ρουμανίας. Το όνομά της προέρχεται από τη ρουμανική λέξη brad, “έλα”.

Ένα χρυσωρυχείο στην περιοχή άρχισε να εκμεταλλεύεται στη ρωμαϊκή εποχή και η πόλη αναπτύχθηκε γύρω από αυτό. Η νωρίτερη αναφορά  του Brad χρονολογείται στο 1445. Η εξόρυξη χρυσού ήταν ενεργή μέχρι το 2006. Επίσης, εκεί υπάρχει και ένα Μουσείο Χρυσού.

Λίγο πριν την έξοδο της πόλης βλέπω στα αριστερά μου ενα Lidl. Δεν το περίμενα σε εκείνη την περιοχή να υπήρχε super market lidl. Οπότε αποφασίζω μια μικρή στάση και να αγοράσω κατι δροσιστικό.

Αφού πέρασαν 15 λεπτά ξεκούρασης συνέχισα την πορεία μου. Μετά απο κάποια χιλιόμετρα ο δρόμος αρχίζει να ανοίγει και η ποιότητα του οδοστρώματος να καλυτερεύει κατα πολύ.

Λίγο πιο κάτω, μια πινακίδα αναγράφει πως μπαίνω σε αυτοκινητόδρομο. Μου φάνηκε σαν όαση στην έρημο.

Η ψυχολογία οφείλω να πω πως μου ανέβηκε αρκετά και διότι είχα μόνο μια ωρίτσα μέχρι να φτάσω στο Sibiu, και επειδή έβλεπα πως ο καιρός μέχρι στιγμής είναι με το μέρος μου…

ή μήπως όχι;

Ο ουρανός άρχιζε να μαυρίζει σιγά σιγά και άρχισα να πιστεύω πως δεν θα την γλιτώσω τη βροχή. Κάποιες αριστερές στροφές που υπήρχαν στον αυτοκινητόδρομο με απομάκρυναν απο τη βροχή που βρισκόταν απο τα δεξιά μου ενώ λίγο πιο κάτω κάποιες δεξιές στροφές με έφερναν πάλι στο σημείο όπου η βροχή δεν μπορούσε να αποφευχθεί.

Οι πρώτες σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν και σκεφτόμουν να σταματήσω να βάλω το αδιάβροχο ή να συνεχίσω και οτι γίνει. Τελικά αποφάσισα να συνεχίσω μιας και σε 40 χιλιόμετρα θα έφτανα στον προορισμό μου. Λίγο πιο κάτω η βροχή άρχιζε να δυναμώνει. Κάποια αυτοκίνητα που περνούσαν με τα παιδιά τους στο πίσω κάθισμα με κοιτούσαν απο το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου τους… ποιός να ήξερε άραγε τι σκέφτονταν.

Για περίπου 20 λεπτά μπορώ να πω πως έφαγα καλή βροχούλα. Το καλό είναι πως επάνω στη μηχανή στεγνώνεις γρήγορα λόγω του αέρα που σε χτυπάει.  Λίγο πιο κάτω ακούω το gps να μου λέει να στρίψω δεξιά.

Οι κεραυνοί έπεφταν συνέχεια. Ευτυχώς το Sibiu ήταν στα δεξιά μου και άρχιζα να βλέπω τον ουρανό να καθαρίζει σιγά σιγά.

Βγαίνοντας απο τον αυτοκινητόδρομο και σε περίπου 2 χιλιόμετρα είδα επιτέλους την πινακίδα όπου θα περνούσα το υπόλοιπο της ημέρας αλλα και της νύχτας.

Το Sibiu

Σιμπίου

Το αρχιτεκτονικό κόσμημα της Ρουμανίας

Το Σιμπίου, στα Γερμανικά Hermannstadt, είναι πόλη στην Τρανσυλβανία της Ρουμανίας. Ευρισκόμενη 215 χλμ. βορειοδυτικά του Βουκουρεστίου, η πόλη είναι χτισμένη στις όχθες του Ποταμού Τσίμπιν, παραπόταμου του ποταμού Ολτ. Πρωτεύουσα σήμερα της ομώνυμης επαρχίας, τα διαστήματα 1692-1791 1849–65 το Σιμπίου ήταν πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας.

Η πόλη θεωρείται από τις γραφικότερες της Ρουμανίας, καθώς διατηρεί αναλλοιώτα στοιχεία της μεσαιωνικής πόλης. Βρίσκεται σχεδόν πάνω στο πέρασμα από την Βλαχία στην Τρανσυλβανία. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 147.245 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Η πόλη επιλέχτηκε για Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το έτος 2007 μαζί με την Πόλη του Λουξεμβούργου. Η χρονιά αυτή ήταν η χρονιά ένταξης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Σιμπίου είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά κέντρα της Ρουμανίας. Πρώην κέντρο των Σαξόνων της Τρανσυλβανίας η παλιά πόλη του Σίμπιου κατετάγη ως «8ο πιο ειδυλλιακό μέρος της Ευρώπης να ζει κανείς” από το Forbes το 2008.

Αρκετά μεγάλη πόλη το Σιμπίου και με κέρδισε απο την πρώτη στιγμή που μπήκα στην πόλη. Μου αρέσουν αρκετά οι μεσαιωνικές πόλεις με κάστρα κτλ γιαυτό άλλωστε και την επέλεξα.

Το πρωτο πράγμα που έκανα ήταν να πάω στο διαμέρισμα όπου είχα κλείσει για να περάσω τη νύχτα. Είχα ενημερώσει τον οικοδεσπότη σχετικά με την ώρα την οποία θα έφθανα ώστε να με περιμένει. Καθώς πλησίαζα στο διαμέρισμα βλέπω εναν κύριο να έρχεται προς το μέρος μου. Ένας αρκετά συμπαθητικός κύριος μεε περίμενε έξω απο την είσοδο ώστε να με διευκολύνει να το βρώ.

Το διαμέρισμα όπου έμεινα ήταν απλά τέλειο. Αρκετά μεγάλο, πολύ όμορφα διαμορφωμένο, με κλειστό και ασφαλές πάρκινγκ για τη μηχανή και το κυριότερο ήταν μόνο 5 λεπτά με τα πόδια απο το κέντρο τη πόλης.

Αφού τακτοποίησα τα πράγματα μου ήρθε η ώρα για την ξενάγηση σε αυτή την αρκετά όμορφη πόλη.

Η παλαιά πόλη του Σιμπίου, η μεγαλύτερη και η πιο καλά διατηρημένη πόλη της Ρουμανίας αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα πολιτιστικά κέντρα της χώρας όπου κάθε χρόνο λαμβάνουν χώρα πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων. Η μεσαιωνική πόλη χωρίζεται σε δύο μέρη, στην πάνω και κάτω πόλη. Διατηρείται επίσης η μεσαιωνική της οχύρωση και οι πύργοι που περιλάμβανε.

Ξεκίνησα τη βόλτα μου από την Πιάτα Μάρε (Piata Mare), την κεντρική πλατεία της πόλης. Πανέμορφα μπαρόκ σπίτια, άριστα διατηρημένα, ένα όμορφο συντριβάνι, πολύχρωμα λουλούδια και γύρω γύρω, πολλά καφέ και εστιατόρια.

Φτάνοντας στο χαμηλό τμήμα της πόλης, υπάρχει η λεγόμενη Γέφυρα των ψεμμάτων. Στα χρόνια που πέρασαν η γέφυρα όχι μόνο επιτελούσε το έργο για το οποίο κατασκευάστηκε, αλλά ήταν και ένας ιδιότυπος “ ορός της αλήθειας”. Και αυτό διότι, ο θρύλος τη θέλει να ειναι σε θέση να “ πει” εάν κάποιος λέει ψέματα. Πώς; Εάν κάποιος λέει ψέματα την ώρα που διασχίζει τη γέφυρα, αυτή κάνει έναν περίεργο θόρυβο σαν να προειδοποιεί τον ψεύτη ότι είναι έτοιμη να καταρρεύσει για να τον τιμωρήσει. Ο θρύλος αυτός έχει προκαλέσει εκατοντάδες πολίτες να δοκιμάσουν την τύχη τους, είτε διαψεύδοντας είτε επιβεβαιώνοντας τη γέφυρα.

Ο θρύλος του Καζανόβα…
Ως ένα από τα κεντρικά και ρομαντικά σημεία της πόλης, η γέφυρα που -εκείνη την εποχή- όμοια της δεν υπήρχε όχι μόνο στην πόλη αλλά και στην υπόλοιπη χώρα, συγκέντρωνε το ενδιαφέρον των ερωτευμένων που ήθελαν να περπατούν πάνω της και να δίνουν όρκους αιώνιας αγάπης. Τα περισσότερα ζευγάρια στη γέφυρα έδιναν τα πρώτα τους ραντεβού και αξιωματικοί από τη στρατιωτική ακαδημία συναντούσαν νεαρές κοπέλες και τις έδιναν υποσχέσεις που, στη συνέχεια, αποδεικνυονταν, λόγια του… αέρα.

Και μία ιστορία τρόμου
Οι νεαρές κυρίες για τις οποίες η εποχή “ πρόσταζε” ότι είχε φτάσει η εποχή να έλθουν “ εις γάμου κοινωνίαν” πήγαιναν πάνω στη γέφυρα και ορκίζονταν αιώνια αγάπη στον σύντροφό τους, καθώς και ότι θα περιμένουν την πρώτη νύχτα του γάμου για να περάσουν στη νέα φάση της ζωής τους. Ο θρύλος λέει ότι εάν την πρώτη νύχτα του γάμου οι γαμπροί έβρισκαν πως οι νύφες δεν είχαν τηρήσει την υπόσχεσή τους, τις πετούσαν πάνω από τη γέφυρα για τιμωρία.

Ο έντιμος έμπορος
Ο θρύλος θέλει εμπόρους που ενδεχομένως κερδοσκοπούσαν να έχουν αποκαλυφθεί ενώπιον όλων των πολιτών στην άκρη της γέφυρας, με αποτέλεσμα στα χρόνια που πέρασαν, κανείς έμπορος όχι μόνο να μην τολμά να βγάλει περισσότερα χρήματα σε βάρος των πελατών του, αλλά ούτε καν να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Μάλιστα, ακόμα και σήμερα, πολλοί έμποροι είναι αυτοί που αστειευόμενοι ζητούν από συναδέλφους τους να διασχίσουν τη γέφυρα για να δουν πως αυτή θα “αντιδράσει”, εάν θα καταρρεύσει ή όχι από το βάρος των… ψεμάτων που “κουβαλούν”.

Γέφυρα προς…αποφυγή
Αληθινοί ή όχι, οι θρύλοι γύρω από την πεζογέφυρα με το περίεργο και ενδεχομένως μοναδικό στον κόσμο όνομα, προσελκύουν μεγάλο αριθμό επισκεπτών της ρουμανικής πόλης, αφού τόσο ο οργανισμός τουρισμού, όσο και ταξιδιωτικά πρακτορεία όχι απλώς την προωθούν ως αξιοθέατο που πρέπει οπωσδήποτε να δει κάποιος που θα βρεθεί στο Σίμπιου, αλλά, ενισχύουν την “φήμη” της, αφού αναφέρουν πως ακομα και σήμερα οι κάτοικοι της πόλης αποφεύγουν να τη διασχίσουν, φοβούμενοι ότι θα καταρρεύσει από τα ψέματα που έχουν πει.

Συνεχίζοντας την ξενάγηση πέρασα απο τον Λιθουριανό Καθεδρικό ναό.

Ο Λουθηρανικός καθεδρικός ναός της Αγίας Μαρίας είναι η πιο διάσημη εκκλησία του Γοτθικού στιλ στο Sibiu, την Τρανσυλβανία της Ρουμανίας. Το τεράστιο ύψωμα του, ύψους 73,34 μ., αποτελεί ορόσημο της πόλης.

Οι τέσσερις πυργίσκοι που βρίσκονται στην κορυφή του καμπαναριού ήταν ένα σημάδι που άφησε ξένους να γνωρίζουν ότι η πόλη είχε το δικαίωμα να καταδικάσει σε θάνατο. Ανήκει στην Λουθηρανική, Γερμανόφωνη Ευαγγελική Εκκλησία της Αυγουστινής εξομολόγησης στη Ρουμανία.

Κοντά στη Γέφυρα των ψεμμάτων υπήρχε ένα παζάρι με τον Πύργο του Συμβουλίου να εντυπωσιάζει.

Ο Πύργος του Συμβουλίου του Sibiu (ο λευκός πύργος στα αριστερά) είναι ένας πύργος που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο κύριες πλατείες του Sibiu, τη Μεγάλη Πλατεία (Piaţa Mare) και την Μικρή Πλατεία (Piaţa Mică).

Χτίστηκε τον 12ο αιώνα, αλλά επίσης ξαναχτίστηκε πολλές φορές, με την αρχιτεκτονική της να αλλάζει.

Κατά τη διάρκεια της ιστορίας, ο πύργος διαδραμάτισε διαφορετικούς ρόλους, που χρησιμοποιήθηκαν μεταξύ άλλων ως αποθήκευση σίτου ή ως παρατηρητήριο σε περίπτωση πυρκαγιάς. Σήμερα, χρησιμοποιείται για εκθέσεις.

Ο Πύργος του Συμβουλίου θεωρείται το πιο εικονικό κτίριο του Sibiu, το οποίο ήταν η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2007. Είναι το σύμβολο της πόλης, που βρίσκεται συχνά στα αναμνηστικά του Sibiu ή σε κάθε είδους διαφήμιση σχετικά με την πόλη.

Στη συνέχεια είδα και κάποιους εντυπωσιακούς πύργους. Αυτοί οι πύργοι αποτελούσαν μέρος του παλαιού αμυντικού συστήματος της πόλης.

Ένα ακόμα εντυπωσιακό κτήριο είναι το το Thalia Hall

Η αίθουσα Thalia είναι μια αίθουσα συναυλιών που βρίσκεται στο Sibiu της Ρουμανίας. Από τις 7 Οκτωβρίου 2004, η αίθουσα χρησιμεύει ως η νέα θέση της Κρατικής Φιλαρμονικής του Sibiu.

Η κατασκευή της αίθουσας Θαλίας ξεκίνησε το 1787 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1788, καθιστώντας το πρώτο θέατρο στη χώρα. Η αίθουσα χτίστηκε από τον Martin Hochmeister, ο οποίος λόγω έλλειψης χώρου στο κέντρο της πόλης, αποφάσισε να το χτίσει στο τμήμα του Πύργου Πύργου του αμυντικού τείχους που περιβάλλει την πόλη.

Η αίθουσα υπέστη ζημιές από δύο πυρκαγιές. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1826 και οι ζημιές επιδιορθώθηκαν από τον ίδιο τον Hochmeister. Η δεύτερη πυρκαγιά έλαβε χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 1949 και προκλήθηκε από ένα αναμμένο τσιγάρο. Η ζημιά που προκλήθηκε από τη δεύτερη πυρκαγιά ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η δραστηριότητα έπρεπε να μεταφερθεί στον πρώην κινηματογράφο του Apollo, όπου σήμερα βρίσκεται το Εθνικό Θέατρο της Radu Stanca.

Και κάποιες πολύ ομορφες φωτογραφίες…

Μετά απο κάμποσο περπάτημα ήρθε η ώρα να φαγητό και καφεδάκι. Για φαγητό προτίμησα ένα όμορφο εστιατόριο με το όνομα Enzo τρώγοντας μια πίτσα που παρεμπιπτόντως ήταν αρκετά καλή. Στη συνέχεια κάθισα στο κέντρο της πλατείας για ένα καφεδάκι σε ένα μια αρκετά καλή καφετέρια με το όνομα Amber Caffe. Αν και δεν είχα διαβάσει καλές κρητικές για το φαγητό τους, ο καφές που είχαν ήταν αρκετά καλός.

Η ώρα είχε πάει περίπου 7 και ήδη είχε αρχίσει  να νυχτώνει. Ο καιρός συνέχιζε να είναι συννεφιασμένος με κάποιες ψιχάλες να πέφτουν και αυτό μου έριξε την ψυχολογία κατα πολύ διότι για την αυριανή ημέρα ήταν στο πρόγραμμα μου να περάσω απο το παγκοσμίως γνωστό, σε λάτρεις του μηχανοκίνητου σπορ, Transfagarasan.

Ήταν ένα απο τις μεγάλες επιθυμίες μου εδω και αρκετά χρόνια να περάσω απο αυτό το βουνό. Για αρκετή ώρα ψάχνω τον καιρό για την αυριανή μέρα και κάποια site δείχνουν πιθανότητα βροχής και αυτό που χρησιμοποιώ εδω και χρόνια μου δείχνει οτι δεν θα βρέχει. Έπρεπε να επιλέξω ποιο θα εμπιστευτώ γιατι αν έβρεχε θα έπρεπε να πάω στο βουκουρέστι μέσω του αυτοκινητοδρόμου αν όχι θα διέσχιζα το Transfagarasan. Αποφάσισα να επιλέξω το δικό μου και ότι γίνει.

Αφού ήπια το καφεδάκι και μια μπύρα κατευθύνθηκα προς το διαμέρισμα όπου ευχόμουν να μην βρέξει την αυριανή ημέρα.

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7:00 και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω απο το παράθυρο τον ουρανό. Αρκετά συννεφιασμένος ο καιρός αλλά χωρίς να βρέχει. Η εφαρμογή του κινητού μου έδειχνε πως δεν είχε βροχή οπότε ετοιμάζομαι, φορτώνω τις βαλίτσες στη μηχανή και αναχωρώ για να πάρω τα βουνά.

Βγαίνω στο δρόμο και βλέπω τα σύννεφα να εξαφανίζονται και αμέσως η ψυχολογία εκτινάσσεται στα ύψη. Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω κάποιες ψιχάλες αρχίζουν να ξαναπέφτουν αλλά φαινόταν οτι δεν θα ήταν για πολύ διότι άρχισαν να φαίνονται και οι πρώτες αχτίδες του ήλιου. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι μια επιθυμία μου που είχα εδω και αρκετά χρόνια θα πραγματοποιηθεί.

Η διαδρομή άρχιζε απο νωρίς να ομορφαίνει με τις καταπράσινες πεδιάδες και κάποια πανέμορφα κάστρα να κάνουν το τοπίο μαγευτικό.

Το άγχος που είχα με το θέμα του καιρού ήταν πια παρελθόν και μπροστά μου τώρα είχα να διανύσω  90 απίστευτα χιλιόμετρα. Το Transfăgărășan.

Transfagarasan

Πιθανώς ο καλύτερος δρόμος στον κόσμο

Αυτός είναι ο καλύτερος δρόμος στον κόσμο – είπε ο Jeremy Clarkson σε ένα επεισόδιο Top Gear ενώ το συγκρίνει με ένα δρόμο αγώνα ταχύτητας. Ακόμα, το Transfagarasan προσφέρει πολλά περισσότερα εκτός από την καταπληκτική οδηγική εμπειρία.

Το Transfăgărăşan κατασκευάστηκε μεταξύ 1970 και 1974 κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Nicolae Ceauşescu ως απάντηση στην εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Ο Τσαουσέσκου ήθελε να εξασφαλίσει γρήγορη στρατιωτική πρόσβαση στα βουνά σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής. Την εποχή εκείνη, η Ρουμανία διέθετε ήδη πολλά στρατηγικά ορεινά περάσματα μέσω των νότιων Καρπαθίων, είτε κληρονομήθηκαν από την προ-κομμουνιστική εποχήείτε χτίστηκαν κατά τα πρώτα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Αυτά τα περάσματα, ωστόσο, ήταν κυρίως μέσα από τις κοιλάδες των ποταμών και θα ήταν εύκολο για τους Σοβιετικούς να μπλοκάρουν και να επιτίθενται. Ως εκ τούτου, ο Τσαουσέσκου διέταξε την κατασκευή ενός οδικού άξονα στις όχθες του Făgăraş, το οποίο χωρίζει τη βορειοδυτική και νότια Ρουμανία.

Χτισμένο κυρίως από στρατιωτικές δυνάμεις, ο δρόμος είχε υψηλό οικονομικό και ανθρώπινο κόστος. Οι εργασίες διεξήχθησαν σε αλπικό κλίμα, σε υψόμετρο 2.000 μέτρων (6.600 πόδια), χρησιμοποιώντας περίπου έξι εκατομμύρια κιλά (5.900 τόνους και 6.600 μικρούς τόνους) δυναμίτη και απασχολώντας κατώτερο στρατιωτικό προσωπικό που δεν ήταν εκπαιδευμένοι σε τεχνικές εκτόξευσης. Πολλοί εργάτες πέθαναν. τα επίσημα αρχεία αναφέρουν ότι μόνο 40 στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, αλλά οι ανεπίσημες εκτιμήσεις των εργαζομένων έφεραν τον αριθμό στις εκατοντάδες.

Ο δρόμος ανοίχθηκε επίσημα στις 20 Σεπτεμβρίου 1974, παρόλο που η εργασία, ιδιαίτερα η ανοικοδόμηση του οδοστρώματος, συνεχίστηκε μέχρι το 1980.

Αφού μάθαμε την ιστορία του Trasfagarasan ήρθε η ώρα για την ανάβαση. Εντάξει, αυτή η διαδρομή με αποζημιώνει για ότι ταλαιπωρία είχα μέχρι τώρα. Μια διαδρομή απίστευτη περνώντας ανάμεσα απο καταπράσινα δέντρα.

Όσο ανέβαινα η θερμοκρασία όλο και έπεφτε αλλά αυτό δεν με απασχολούσε καθόλου εκείνη την στιγμή. Απλά απολάμβανα την διαδρομή.

Όσο συνέχιζα να ανεβαίνω, τα δέντρα άρχιζαν να εξαφανίζονται απο το τοπίο λόγο του υψομέτρου και ξεκίνησα μια διαδρομή που μπορείς να τη χαρακτηρίσεις ως… ”φιδίσια”.

Φθάνοντας στην κορυφή είδα τη θερμοκρασία να γράφει 14° την στιγμή που στην Ελλάδα είχε 35°. Αρκετό κρύο και αεράκι αλλά η θέα που υπήχε απο την κορυφή ήταν απλά φανταστική.

Επίσης, στην κορυφή υπήρχαν κάποια μικρά μαγαζάκια με σουβενίρ και μία φανταστική λίμνη με το όνομα Balea (Μπαλέα).

Βρίσκεται σε ύψος 2 034 μ. η λίμνη Bâlea ήρθε όταν ένας παγετώνας διέλυσε τα βουνά και στη συνέχεια λειώθηκε. Ιστορικά, υπάρχει ένα μύθο σχετικά με το όνομα της λίμνης, του οποίου κύριος χαρακτήρας είναι ο νεαρός βοσκός Balea.

Η ιστορία πηγαίνει ότι μια μέρα βόσκισε τα πρόβατά του στα βουνά, κοντά σε ένα δάσος. Ξαφνικά, μια αρκούδα πήδηξε έξω από τα δέντρα, αλλά η Balea ήταν αρκετά γενναία για να τον νικήσει και να τον κυνηγήσει μακριά.

Όταν ο βασιλιάς άκουσε για το θάρρος του, η Balea προσκλήθηκε να είναι μέρος των φρουρών του βασιλιά. Η παραμονή του στο κάστρο ήρθε με την αγάπη της παλαιότερης κόρης του βασιλιά. Κατάφερε να πείσει τον ποιμένα να την παντρευτεί, αλλά την ημέρα του γάμου τους, μια βίαιη καταιγίδα εμφανίστηκε από το πουθενά. Δυστυχώς, οι δύο έχασαν τη ζωή τους στη θύελλα.

Τρυπημένοι από την ιστορία τους, οι ντόπιοι αποφάσισαν να ονομάσουν τη λίμνη μετά τον γενναίο ποιμένα.

Επίσης ανέβηκα σε ένα λοφίσκο όπου από εκεί μπορείς να απολαύσεις τη θέα όλης της διαδρομής. Πραγματικά εντυπωσιακή.

Αφού έβγαλα μερικές φωτογραφίες ήρθε η στιγμή της κατάβασης. Η κατάβαση εξίσου όμορφη με κάποια τούνελ έναν όμορφο μικρό καταρράκτη.

Το Τρανσφαγκαρασάν το επισκέπτονται αρκετοί μοτοσυκλετιστές λόγο της στριφτερής και όμορφης διαδρομής.Είτε με αυτοκίνητο είτε με μηχανή είναι ένας προορισμός που πρέπει να τον επισκεφτείς.

Μην κάνετε το λάθος όμως να πάτε Σαββατοκύριακο. Έχει τόσο πολύ κίνηση και αρκετό κόσμο που δεν θα το ευχαριστηθείτε. Κάτι παρόμοιο είχα διαβάσει πριν ξεκινήσω αυτό το ταξίδι και γιαυτό επέλεξα καθημερινή ημέρα να επισκεφτώ αυτό το μέρος.

Μερικές ολιγόλεπτες στάσεις πιο κάτω για κάποιες φωτογραφίες 📷

Ο συγκεκριμένος  καταρράκτης ονομάζεται Cascada Capra. Βρίσκεται στη νότια πλαγιά των ορεινών όγκων Făgăraş σε υψόμετρο 1690 μέτρων στο έδαφος της επαρχίας Argeş. Το νερό του καταρράκτη προέρχεται από τη λίμνη Capra (2241 μ.) και έχει πτώση πάνω από 40 μ.

Λόγω της υψηλής ροής το νερό του καταρράκτη δεν παγώνει μόνο στους κρύους χειμώνες. Πολλοί άνθρωποι συγκεντρώνονται στη γέφυρα μπροστά από τον καταρράκτη για να θαυμάσουν τον καταρράκτη.

Συνεχίζοντας την κατάβαση τα δέντρα αρχίζουν να εμφανίζονται και το τοπίο γίνεται πάλι καταπράσινο. Ένα ζευγάρι μοτοσυκλετιστών που είχα συναντήσει στην κορυφή του βουνού τώρα τους έχω μπροστά μου και πηγαίνουμε μαζί μια πορεία για αρκετά χιλιόμετρα.

Σε κάποια στιγμή αρχίζω να βλέπω μια λίμνη και μερικά μέτρα πιο κάτω είδα ακόμα κάτι πιο όμορφο. Ένα φράγμα. Το λεγόμενο Φράγμα Vidraru.

Το φράγμα Vidraru ολοκληρώθηκε το 1966  στον ποταμό Argeş και δημιούργησε τη λίμνη Vidraru. Το αρχαίο φράγμα κατασκευάστηκε με κύριο σκοπό την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Το ύψος του φράγματος είναι 166 μέτρα, το μήκος του τόξου 305 μέτρα και μπορεί να αποθηκεύσει 465 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού. Η δεξαμενή έχει συνολικό μήκος ακτογραμμής (περιμέτρου) 28 χλμ.

Η κατασκευή του φράγματος χρειάστηκε 5μιση χρόνια. Απαιτούσε 42 χιλιόμετρα σήραγγες, εκσκαφές 1.768.000 κυβικών μέτρων σκληρών πετρωμάτων, εκ των οποίων περίπου 1 εκατομμύριο έπρεπε να εξάγονται από υπόγειο, 930.000 κυβικά μέτρα σκυροδέματος, εκ των οποίων 400.000 κυβικά μέτρα ήταν υπόγεια και απαιτούσε την εγκατάσταση 6.300 τόνων ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού.

Όταν ολοκληρώθηκε, κατέλαβε την 5η θέση στην Ευρώπη και 9η στον κόσμο. Σε ένα μέσο υδρολογικό έτος μπορεί να δημιουργήσει περίπου 400 GWh / έτος. Το 2019, το φράγμα Vidraru είναι το 16ο ψηλότερο φράγμα στην Ευρώπη.

Ο υδροηλεκτρικός σταθμός Vidraru έχει εγκατεστημένη ισχύ 220 MW.

Μπορείτε να δείτε το σχετικό βίντεο του Top Gear με τις δοκιμές στο Trasfagarasan.

Μερικά χιλιόμετρα ακόμα και αυτή η όμορφη διαδρομή θα είναι παρελθόν. Βγαίνοντας απο το δρόμο του trasfagarsan πήρα την κατεύθυνση προς το χωριό Bran περνώντας μέσα απο κάποια χωριουδάκια που είχανε μέχρι και κάρα. Απο εκεί και στο εξής και μέχρι το χωριό Bran η διαδρομή δεν είχε κάτι το ενδιαφέρον κατα την γνώμη μου.

Η επόμενη στάση για μισή ωρίτσα περίπου θα γίνει στο χωριό Μπράν.

Μπράν

Στο δρόμο του Κόμη Δράκουλα

Το Μπράν είναι χωρίο της Βόρειας Τρανσυλβανίας στην περιφέρεια του Μπρασόβ στη Ρουμανία. Βρίσκεται σε απόσταση 30 χλμ. Από την πόλη του Μπρασόβ και αποτελείται από πέντε χωριά: Μπραν, Ποάρτα, Πρέντελουτς, Σίμον και Σοχοντόλ,.

Το μεσαιωνικό κάστρο του Μπραν, το οποίο πολιορκήθηκε από τον Βλαντ τον Παλουκωτή, είναι δημοφιλής τουριστικός προορισμός, εν μέρει επειδή μοιάζει με το σπίτι του Δράκουλα στο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόουκερ.

Το 2002 το χωριό είχε πληθυσμό 5.573 κατοίκων.

Το περιβόητο κάστρο του Κόμη Δράκουλα φάνηκε μπροστά μου…

Το κάστρο κατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα από το Τευτονικό Τάγμα και σήμερα αποτελεί εθνικό μνημείο της Ρουμανίας. Βρίσκεται στα όρια Τρανσυλβανίας και Βλαχίας. Συχνά αναφέρεται ως το «κάστρο του Κόμη Δράκουλα», αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Μπραμ Στόκερ (Ιρλανδό-Βρετανός συγγραφέας τρόμου) αναφερόταν σε αυτό το κάστρο και η σχέση του κάστρου με τον Βλαντ Γ΄ Τσέπες (κόμη δράκουλα) είναι ισχνή.Το κάστρο σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Το 1212, το Τευτονικό Τάγμα κατασκεύασε το ξύλινο κάστρο του Ντιτριχστάιν ως οχυρωμένη θέση στο Μπούτσερλαντ, στην είσοδο μίας ορεινής κοιλάδας διαμέσου της οποίας οι έμποροι ταξίδευαν για πάνω από μία χιλιετία, αλλά το 1242 καταστράφηκε από τους Μογγόλους. Η πρώτη καταγραφή του κάστρου του Μπραν έγινε από τον Λουδοβίκο Α΄ της Ουγγαρίας τις 19 Νοεμβρίου 1377, δίνοντας στους Σάξονες του Κρόνσταντ (Μπρασόβ) το δικαίωμα να φτιάξουν μια πέτρινη ακρόπολη με δικά τους έξοδα και εργασία. Ο οικισμός του Μπραν άρχισε να αναπτύσσεται δίπλα. Το 1438-1442, το κάστρο χρησιμοποιήθηκε στην άμυνα έναντι στους Οθωμανούς, και στην συνέχεια ως τελωνείο ανάμεσα σε Τρανσυλβανία και Βλαχία. Το κάστρο ανήκε στους Ούγγρους βασιλείς, αλλά επειδή ο βασιλιάς Βλάντισλας Β΄ δεν πλήρωσε τα δάνεια, το κάστρο πέρασε στην κατοχή της πόλης του Μπράσοβ το 1533. Το Μπραν είχε στρατηγική σημασία μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα.

Το 1920, το κάστρο έγινε βασιλική κατοικία εντός του βασιλείου της Ρουμανίας. Ήταν αγαπημένη οικία και αποχωρητήριο της βασίλισσας Μαίρη. Η πριγκίπισσα Ιλιάνα κληρονόμησε το κάστρο και λειτούργησε ως νοσοκομείο κατά τον Β΄ΠΠ. Μετά πέρασε στην κατοχή του κομμουνιστικού καθεστώτος με την έξωση της βασιλικής οικογένειας το 1948.

Το 2005 η Ρουμανική κυβέρνηση πέρασε έναν ειδικό νόμο ο οποίος επέτρεπε την επιστροφή ιδιοκτησιών οι οποίες απαλλοτριώθηκαν παράνομα, όπως το Μπραν, και έτσι ένα χρόνο αργότερα πέρασε στην ιδιοκτησία του Ντόμινικ των Αψβούργων, γιο και κληρονόμο της πριγκίπισσας Ιλιάνας. Το Σεπτέμβριο του 2007, διερευνητική επιτροπή του Ρουμανικού Κοινοβουλίου κατέληξε ότι η επιστροφή του κάστρου ήταν παράνομη και αντίθετη με τους νόμους σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διαδοχή. Όμως το συνταγματικό δικαστήριο απέρριψε το υπόμνημα. Επιπλέον, μια άλλη κοινοβουλευτική επιτροπή επιβεβαίωσε την ισχύ της επιστροφής, δείχνοντας ότι ήταν σύμφωνη με το νόμο. Τις 18 Μαΐου 2009, η διοίκηση του κάστρου μεταβιβάστηκε από την κυβέρνηση στον Αρχιδούκα και τις αδελφές του και την 1 Ιουνίου 2009, το κάστρο άρχισε να λειτουργεί ως το πρώτο ιδιωτικό μουσείο στη χώρα.

Το 2014 αναφέρθηκε ότι το κάστρο ήταν προς πώληση.

Ως ιστορικό πρόσωπο ο Δράκουλας υπήρξε με το όνομα Βλαντ Ντράκουλα ή Τσέπες ή Βλαντ ο Παλουκωτής και καταγόταν από ευγενή γενιά. Το όνομά του στα πρώιμα ρουμανικά σημαίνει ο γιος του διαβόλου («Ντρακουλέα»). Ωστόσο, δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Βλαντ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ήρωα του Μπραμ Στόκερ.

Ο Βλαντ (1431-1476) γεννημένος στη Σιγκισοάρα ηγεμόνευσε ως βοεβόδας (πρίγκηπας) για οκτώ χρόνια την περιοχή της Βλαχίας, όπου βρίσκονται τα Καρπάθια Όρη. Έμεινε στην ιστορία για τη θηριωδία του, καθώς σκότωσε κοντά στους 40.000 ανθρώπους, αντιπάλους της εξουσίας του, «εγκληματίες και άλλα παράσιτα της κοινωνίας» όπως τους χαρακτήριζε, χρησιμοποιώντας τη δημοφιλή σ’ αυτόν μέθοδο του ανασκολοπισμού (ή παλουκώματος). Οι αριθμοί μπορεί να είναι υπερβολικοί, επειδή οι πληροφορίες προέρχονται από τους γερμανούς αντιπάλους του, που κατοικούσαν στη γειτονική Ουγγαρία.

Ο Βλαντ, πάντως, τιμάται ως ήρωας από τους Ρουμάνους. Με την απάνθρωπη τακτική του ανασκολοπισμού που εφάρμοζε, έστειλε στον άλλο κόσμο κάπου 100.000 Τούρκους, εκδιώκοντας τους Οθωμανούς από τη χώρα του.

Δεν θέλω να απογοητεύσω τους τουρίστες που ταξίδεψαν στη Ρουμανία και γύρισαν με την εντύπωση πως πήγαν στο αυθεντικό το κάστρο του Κόμη Δράκουλα. Η αλήθεια είναι πως είδαν άλλο Δράκουλα 😛

Η πραγματική κατοικία του μεσαιωνικού πρίγκιπα Βλαντ Ντράκουλια, δεν είναι το περίφημο κάστρο Μπραν, στο οποίο κάθε χρόνο συρρέουν ορδές τουριστών για μια ελεγχόμενη δόση τρόμου και ιστορίας, αλλά το απομονωμένο κάστρο Ποϊενάρι σε μια δύσβατη ορεινή περιοχή της Βλαχίας, βόρεια από την πόλη Curtea de Arges. Στέκεται πάνω σε ένα βραχώδη λόφο, κοντά στο δρόμο Transfagarasan και χτίστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο πρίγκιπας Βλαντ αιχμαλώτισε τους κατοίκους μιας γειτονικής εχθρικής πόλης και τους ανάγκασε να χτίσουν το κάστρο για λογαριασμό του. Λόγω του μεγέθους και της θέσης του, το κάστρο ήταν πολύ δύσκολο να το καταλάβει οποιοσδήποτε. Το σίγουρο είναι ότι στα χρόνια του Βλαντ επεκτάθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως μόνιμη βάση του βλάχου ηγεμόνα, σε αντίθεση με το Μπραν, που φέρεται να ήταν προσωρινό ορμητήριό του για επιδρομές στην Τρανσυλβανία, αλλά και το (ανακαινισμένο) κάστρο Χουνιάντ, όπου φέρεται να φυλακίστηκε για επτά χρόνια, μετά την εκθρόνισή του το 1462.

Το πραγματικό κάστρο του Κόμη Δράκουλα στην κορυφή του λόφου

Μετά απο μια μικρή βολτούλα στα τουριστικά μαγαζάκια του Bran ήρθε η ώρα να αποχωρήσω.

Δεν επισκέφτηκα το κάστρο του Μπράν αυτή τη φορά αλλά είναι στα σχέδια για το μέλλον όπως και κάποιες άλλες πολυ όμορφες πόλεις που αξίζει να επισκεφτεί κανείς όπως έιναι το Μπράσοβ, η Σιγκισοάρα και άλλες.

Κατεύθυνση τώρα προς της πρωτεύουσα της Ρουμανίας που δεν είναι άλλο απο το πανέμορφο Βουκουρέστι.

Μετά απο κάποια χιλιόμετρα φτάνω σε μια διασταύρωση όπου οι πινακίδες με ενημερώνουν πως το Βουκουρέστι απέχει 141 χιλιόμετρα με το gps να λεει πως εχω ακόμα 2μιση ώρες οδήγηση.

Καθώς οδηγούσα συνειδητοποιώ πως για 141 χιλιόμετρα μου φαίνονται πολλές οι 2,30 ώρες. οπότε μάλλον λάθος του gps θα ειναι είπα. Μια μικρη στάση πιο κάτω για ανεφοδιασμό και συνεχίζω την πορεία μου.

Όσο προχωρούσα η κίνηση γινόταν όλο και περισσότερη. Ο δρόμος στο gps έγινε κατακόκκινος το οποίο σήμαινε ότι έχει αυξημένη κίνηση. Τελικά είχε δίκιο gps. Νομίζω πως είναι η μεγαλύτερη ουρά αυτοκινήτων που εχω δει. Μια ουρά πανω απο 10 χιλιόμετρα με τα αυτοκίνητα να πηγαίνουν σημειωτόν! Αν ήμουν με αυτοκίνητο δεν νομίζω να διανυκτέρευα στο Βουκουρέστι αλλά μέσα στο αυτοκίνητο.

Διέσχιζα 10 με 15 χιλιόμετρα ανάμεσα απο αυτοκίνητα ενώ μπροστά μου είδα άλλους 2 μοτοσυκλετιστές να κάνουν το ίδιο.

Φθάνοντας στην πόλη Ploiesti ξεκινάει η autostrada (αυτοκινητόδρομος) μέχρι το Βουκουρέστι. 65 περίπου χιλιόμετρα με 1 ώρα οδήγησης. Αυτή τη φορά ο δρόμος δεν θα είναι μποτιλιαρισμένος απο την δική μου κατεύθυνση ενώ απο την απέναντι είχε αρκετή ουρά αυτοκινήτων η οποία ήταν ατελείωτη.

Έφτασε λοιπόν η στιγμή να μπω στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας.

Βουκουρέστι

Ένα μικρό Παρίσι στα Βαλκάνια

Πρωτεύουσα, πολιτιστικό και εμπορικό κέντρο της Ρουμανίας, το Βουκουρέστι γίνεται ολοένα και περισσότερο πόλος έλξης χιλιάδων τουριστών, αφού θεωρείται οικονομικό και απροσδόκητα όμορφο.

Η κομψή αρχιτεκτονική και ο ρόλος της πόλης ως κοσμοπολιτικού πολιτιστικού κέντρου χάρισε στο Βουκουρέστι το προσωνύμιο “Παρίσι της Ανατολής” (η Micul Paris – “Μικρό Παρίσι”)

Αν και πολλοί δεν το γνωρίζουν, αποτελεί την έκτη μεγαλύτερη πόλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πληθυσμό, έχει χτιστεί πάνω σε επτά λόφους, παρόμοιους με τους επτά λόφους της Ρώμης, ενώ χαρακτηρίζεται από πλούσια φυσική ομορφιά.

Η κίνηση μέσα στην πόλη όπως θα δείτε είναι αρκετή ενώ η θερμοκρασία είχε ανέβει κατα πολύ. Απο εκεί που βρισκόμουν στους 15 βαθμούς πριν μερικές ώρες τώρα το θερμόμετρο της μηχανής αναγράφει 32 ℃. Ένας μοτοσυκλετιστής μόλις με είδε απο τον καθρέφτη της μηχανής του με χαιρέτησε όπως και όλοι οι μηχανόβιοι ώς ένδειξη σεβασμού. 👍✌

Λίγο πιο κάτω πέρασα απο την Αψίδα του Θριάμβου ( Arcul de Triumf). H αψίδα του θριάμβου βρίσκεται στο βόρειο κομμάτι της πόλης και η αρχική του κατασκευή έγινε το 1878 όταν η Ρουμανία κέρδισε την ανεξαρτησία της. Η πρώτη αψίδα ήταν ξύλινη και αντικαταστάθηκε το 1922 μετά το πέρας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με μια προσωρινή κατασκευή, η οποία και ξανά-κατεδαφίστηκε το 1935 για την δημιουργία της σημερινής αψίδας που εγκαινιάστηκε των Σεπτέμβριο του 1936.

Η αψίδα του θριάμβου έχει ύψος 27 μέτρα και σχεδιάστηκε από τον Petre Antonescu, ο οποίος και έχει σαφέστατα επηρεαστεί από την διάσημη αψίδα του θριάμβου στο Παρίσι. Τα γλυπτά που διακοσμούν το εξωτερικό δημιουργήθηκαν από διάσημους Ρουμάνους γλύπτες όπως ο Ion Jalea και ο Dimitrie Paciurea.

Κατεύθυνση τώρα προς το ξενοδοχείο το οποίο το έκλεισα 2χλμ μακριά απο το την παλιά πόλη. Φθάνοντας στο διαμέρισμα, τακτοποίησα τα πράγματα μου, ξεκουράστηκα κανένα μισάωρο και στη συνέχεια ξεκίνησα για τη βόλτα μου περπατώντας.

Η ρουμανική πρωτεύουσα δεν είναι το Μικρό Παρίσι. Για την ακρίβεια, δεν είναι ούτε «μικρό» (μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης), ούτε «Παρίσι» (τα αρχοντικά κτίρια της Μπελ Επόκ που του χάρισαν αυτό το προσωνύμιο προ αιώνος δεν είναι πια και τόσο… αρχοντικά).

Μην περιμένετε γραφικές γειτονιές και κουκλίστικες γωνιές, το Βουκουρέστι δεν φημίζεται για τέτοια σκηνικά. Αντ’ αυτού, θα βρείτε μπροστά σας μια δυναμική, πολύβουη πόλη.

 

 

Στη συνέχεια πέρασα μέσα απο ένα πανέμορφο και αρκετά μεγάλο πάρκο με όμορφους κήπους τους λεγόμενους Cișmigiu Gardens.

Το πάρκο Cişmigiu είναι ένας τεράστιος κήπος αγγλικού στιλ με σιντριβάνια, μνημεία και μια δημοφιλής λίμνη για βάρκα, όπου το ορόσημο του εστιατορίου Monte Carlo βρίσκεται σε ένα κεντρικό νησί. Κομψά προ-κομμουνιστικά κτίρια βρίσκονται κοντά στη λεωφόρο Regina Maria. Το ζυθοποιείο Gambrinus του 19ου αιώνα σερβίρει τοπική μπύρα και παραδοσιακή κουζίνα, ενώ στους γύρω δρόμους υπάρχουν σνακ μπαρ, παμπ και καλαίσθητα νυχτερινά κλάμπ.

Συνεχίζοντας την περπάτημα κατευθύνθηκα προς το πιο σημαντικό αξιοθέατο της πόλης, και αυτό δεν είναι άλλο απο το επιβλητικό παλάτι του κοινοβουλίου η αλλιώς «Παλάτι του λαού» !

Ή τουλάχιστον έτσι ονόμασε ο Τσαουσέσκου αυτό το γιγαντιαίο κτίριο που έχτισε στα ‘80s, κατεδαφίζοντας ολόκληρο το κέντρο της πόλης νότια του ποταμού Ντιμποβίτσα και αφήνοντας τους Ρουμάνους στο σκοτάδι – έκοβε το ρεύμα ανά διαστήματα στην πόλη για να εξοικονομήσει χρήματα και να δημιουργήσει το δεύτερο μεγαλύτερο (μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο) κτίριο του κόσμου.

Σήμερα, το σοσιαλιστικής αισθητικής παλάτι στεγάζει την ρουμανική βουλή, και αποτελεί το βασικότερο αξιοθέατο της πόλης. Αν θέλετε να το δείτε εκ των έσω, μπορείτε να διαλέξετε την απλή περιήγηση, την υπόγεια διαδρομή, την θέα από την ταράτσα μέσω ανελκυστήρα, ή όλα αυτά μαζί (τιμές 25-45 λέι, ήτοι 5-10€, ανάλογα τον συνδυασμό των tours).

Το Παλάτι του Λαού, όπως λέγεται, το εμπνεύστηκε ο Τσαουσέσκου από μια επίσκεψή του στη Βόρεια Κορέα, όπου εντυπωσιάστηκε από την επιβλητική μεγαλοπρέπεια των κυβερνητικών κτιρίων. Το σοσιαλιστικής έμπνευσης αυτό κτίριο, ύψους 80 περίπου μέτρων και επιφάνειας 330.000 τετραγωνικών μέτρων, έχει 14 ορόφους με 3.200 δωμάτια, 60 διαδρόμους, 60 αίθουσες υποδοχής και είκοσι μέτρα κάτω από τη γη ένα τεράστιο αντιπυρηνικό καταφύγιο. Είναι φτιαγμένο από μάρμαρο, 3.500 τόνους κρύσταλλο και 900.000 τόνους ξύλο. Το κόστος της οικοδόμησής του ανήλθε στο 30% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της Ρουμανίας.

Μετά την πτώση και την εκτέλεση του Τσαουσέσκου, το Παλάτι του Λαού έγινε αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Προτάθηκε μάλιστα και η κατεδάφισή του. Τελικά, η ρουμανική εθνοσυνέλευση αποφάσισε να μεταφέρει τις εργασίες της σε ένα μέρος του κτιρίου, το οποίο έχει πλέον μετονομαστεί σε «Παλάτι της Βουλής». Σήμερα στεγάζει τη Βουλή και τη Γερουσία, ένα διεθνές συνεδριακό κέντρο. Κάποιες αίθουσες παραμένουν ανοικτές στο κοινό.

Είχα περπατήσει ήδη 4 χιλιόμετρα και ήρθε η ώρα να πάω να «τσιμπίσω» κάτι.

Τι καλύτερο απο την παλιά πόλη του Βουκουρεστίου. Ένα δίκτυο πεζοδρόμων, ανέγγιχτο από την κατεδαφιστική μανία του Τσαουσέσκου, αποτελεί την πρώτη βόλτα που δοκιμάζει κάθε επισκέπτης της πόλης. Και εδώ επιστρέφει και για την δεύτερη, τη βραδινή του βόλτα, στα δρομάκια που σφύζουν από ζωή και φασαρία, χάρη στα υπαίθρια café, τις pub και τα εστιατόρια που ότι τους λείπει σε αισθητική το κερδίζουν σε βαλκανική πληθωρικότητα.

Ανάμεσά τους, θα βρείτε και μερικές από τις πιο ιστορικές εκκλησίες της πόλης, όπως το ορθόδοξο εκκλησάκι της Σταυρουπόλεως στον ομώνυμο δρόμο, καθώς και τα επιβλητικά κτίρια της Εθνικής Τράπεζας και του Εθνικού Μουσείου Ρουμανικής Ιστορίας.

Κάθισα σε πολύ όμορφο καφέ στην παλιά πόλη με τον κόσμο να είναι αρκετός. Μετά το καφεδάκι είδα ένα Ελληνικό γυράδικο και έιπα να το τιμήσω.

Αφού νύχτωσε ήρθε η ώρα για την επιστροφή στο δωμάτιο. Η επιστροφή μπορώ να πω ότι ήταν αρκετά διασκεδαστική. Λίγο πριν περάσω απο τους κήπους βλέπω δίπλα μου ένα ηλεκτρικό πατίνι Lime. Ναι, αυτά τα πράσινα που τα ρίχνουν στο θερμαϊκό στη Θεσσαλονίκη.

”Γιατι όχι?” Σκέφτηκα. Η αλήθεια είναι πως είχα μια πολύ ελάχιστη εμπειρία μιας και είχα δοκιμάσει πάλι σε πρόσφατο ταξίδι στη Γαλλία αλλά για πολύ μικρή απόσταση. Οπότε Κατεβάζω την εφαρμογή στο κινητό μου, βάζω χρήματα (περίπου 1,50 ευρώ με χρέωσε) και ακούω το ”μπίπ’΄απο το πατίνι που σημαίνει οτι είναι έτοιμο προς χρήση. Βάζω τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στο κινητό μου, δυναμώνω την ένταση και…

”Λαέ του Βουκουρεστίου στην άκρη!”

Οδηγούσα και το κινητό μου έλεγε που να στρίψω. Πέρασα απο το όμορφο πάρκο, βγήκα στο δρόμο και σε λίχο χρονικό διάστημα ήμουν έξω απο το ξενοδοχείο. Αφήνω το πατίνι στο πεζοδρόμιο και λέω σιγά μην το βρεί κανένας εδω να το χρησιμοποιήσει. Μέχρι να ανέβω στο δωμάτιο το είχανε πάρει. Ώρα για το βραδινό ύπνο λοιπόν με τα πράγματα έτοιμα για την αυριανή αναχώρηση.

Σε μερικές ώρες το ξυπνητήρι χτυπάει και σε μερικά λεπτά είμαι έτοιμος να αφήσω το όμορφο Βουκουρέστι και να κατευθυνθώ προς τη Βουλγαρία. H πρωινή βόλτα μέσα απο το κέντρο της πόλης ήταν αρκετά απολαυστική και αυτό διότι είχε απειροελάχιστη κίνηση με κάποια όμορφα κτήρια αριστερά και δεξιά.

Κεντρική Βιβλιοθήκη Βουκουρεστίου

Πλατεία Πανεπιστημίου

Βγαίνοντας απο το Βουκουρέστι ο δρόμος δεν είχε κάτι το ενδιαφέρον. Ήταν ένας επαρχιακός δρόμος με μία λωρίδα ανα κατεύθυνση. Τα χιλιόμετρα μέχρι την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας γύρω στα 350 χιλιόμετρα και 5,30 ώρες οδήγησης.

Σε 90 χιλιόμετρα φθάνω στο Ruse της Βουλγαρίας. Λίγο πριν το Ruse περνάω πάνω απο μια γέφυρα όπου απο κάτω περνάει ο Δούναβης ποταμός.

Η Γέφυρα του Δούναβη (πρώην γνωστή ως Γέφυρα της Φιλίας) είναι μια χαλύβδινη γέφυρα πάνω από τον ποταμό Δούναβη που συνδέει τη βουλγαρική όχθη στα νότια με τη ρουμανική όχθη στα βόρεια και τις πόλεις Ρούσε και Τζιούρτζιου αντίστοιχα. Είναι μία από τις δύο γέφυρες που συνδέουν τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Η άλλη είναι η Γέφυρα της Νέας Ευρώπης που συνδέει το Βιντίν και το Καλαφάτ.

Η γέφυρα έχει μήκος 222,352 μέτρων και ήταν τότε η μόνη γέφυρα πάνω από τον Δούναβη που μοιραζόταν μεταξύ της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, ενώ η υπόλοιπη κυκλοφορία εξυπηρετούταν από πορθμεία και χερσαίες διαδρομές. Τα διακοσμητικά στοιχεία σχεδιάστηκαν από τον Βούλγαρο αρχιτέκτονα Γκεόργκι Οβτσάροφ. Η γέφυρα έχει δύο καταστρώματα. έναν αυτοκινητόδρομο δύο λωρίδων και έναν σιδηρόδρομο. Περιλαμβάνονται πεζοδρόμια για πεζούς. Το κεντρικό τμήμα της γέφυρας (85 μ.) είναι κινητό και μπορεί να ανυψωθεί για διέλευση μεγάλων σκαφών. Η συντήρηση του κινητού μέρους αποτελεί ευθύνη της Ρουμανίας και ελέγχεται περιοδικά. Η γέφυρα κατασκευάστηκε σε δυόμισι χρόνια με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι Σοβιετικοί την ονόμασαν “Γέφυρα Φιλίας”, αλλά μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις δύο χώρες, η γέφυρα πήρε το πιο λειτουργικό όνομα “Γέφυρα του Δούναβη”. Υπάρχει ένα ζευγάρι ορθογώνιων πύργων που στηρίζονται από τους στύλους και στις δύο άκρες.

Author WeRide

More posts by WeRide